Κατά τήν παράδοση, περί τό 980 μ.Χ., σέ κελλί τοῦ Ἁγίου Ὄρους κοντά στίς Καρυές, ὅπου ζοῦσε ἐνάρετος Γέροντας μέ τόν ὑποτακτικό του, ἐμφανίσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ μέ μορφή μοναχοῦ καί ἔψαλλε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τόν ὕμνο «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον, καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν…». Ὁ θεομητορικός ὕμνος μέχρι τότε ξεκινοῦσε ἀπό τόν στίχο «Τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ…».
Στήν παράκληση τοῦ μοναχοῦ νά τοῦ γράψει τόν ὕμνο αὐτό πού ἄκουγε γιά πρώτη φορά, ὁ Ἀρχάγγελος τόν χάραξε βαθιά σέ μιά πέτρινη πλάκα λέγοντας: «Στό ἑξῆς ἔτσι νά ψάλλουν ὅλοι οἱ χριστιανοί τόν ὕμνο τῆς Θεοτόκου» καί λέγοντας αὐτά ἔγινε ἄφαντος.
(Γιά περισσότερα βλέπε στό συναξάριο τῆς 11ης Ἰουνίου.)